Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Ο Σαμουήλ του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη


-Καλόγερε, τί καρτερείς κλεισμένος μὲς στὸ Κούγκι; 
Πέντε νομάτοι σούμειναν - κ' εκείνοι λαβωμένοι! 
Κ'είναι χιλιάδες οι εχθροὶ ποὺ σ' έχουνε ζωσμένον! 
Έλα νὰ δώσης τὰ κλειδιά, πέσε νὰ προσκυνήσης, 
κι αφέντης ο Βελήπασας δεσπότη θὰ σὲ κάμη! 
Έτζι ψηλὰ απὸ τὸ βουνὸ φωνάζει ο Πήλιο Γκούσης… 
Κλεισμένος μὲς στὴν εκκλησὰ βρίσκετ' ο Σαμουήλης, 
κι αγέρας παίρνει τὴ φωνὴ του Πήλιου του προδότη. 

Χωρὶς ψαλμοὺς καὶ θυμιατά, χωρὶς φωτοχυσία, 
γονατισμένοι, σκυθρωποί, μπρὸς στὴν Ωραία Πύλη, 
πέντε Σουλιώτες στέκονται μὲ τὸ κεφάλι κάτου. 

Βουβοὶ - δὲν ανασαίνουνε, καὶ βλέπεις κάπου-κάπου 
όπου ένα χέρι σκώνεται καὶ κάνει τὸ σταυρό του. 
Ακίνητα στὸ μάρμαρο σέρνονται τὰ σπαθιά τους - 
σπαθιὰ ποὺ τόσο ἐδούλεψαν γιὰ τὸ γλυκό τους Σούλι! 

Δὲ φαίνετ' ο καλόγερος, μόνος του στ' Άγιο Βήμα 
προσεύχετο κ'ετοίμαζε τὴ μυστικὴ θυσία. 
Σφιχτά-σφιχτὰ στὰ χέρια του εβάστα τὸ Ποτήρι 
καὶ μύρια λόγι' απόκρυφα έλεγε του Θεού του. 

Τὰ μάτια κατακόκκινα απ' τὲς πολλὲς αγρύπνιες 
εκοίταζαν ακίνητα τὸ Σώμα καὶ τὸ Αίμα. 
Τί θάλασσα, ποὺ κύματα έχει κρυφὲς ελπίδες!.. 
Σιγάτε βρόντοι τουφεκιών, πάψτε φωνὲς πολέμου, 

Κι ο Σαμουὴλ τὴν ύστερη τὴν κοινωνιὰ θὰ πάρη! 
Κ' εκεί ποὺ κοίταζ' ο παπὰς τὴ Σάρκα του Θεού του, 
εκύλησ' απ' τὰ μάτια του στου ποτηριού τὰ σπλάχνα 
σὰν τὴ δροσούλα διάφανο κρυφά-κρυφὰ ένα δάκρυ. 

- Θεέ μου καὶ πατέρα μου, θαμμένος εδώ μέσα 
Εδίψασα... Χωρὶς νερὸ ἡη θεία κοινωνιά σου 
θὰ έμεν' ατελείωτη... Δέξου, γλυκέ μου Πλάστη, 
αυτὸ τὸ μαύρο δάκρυ μου - μὴ τὸ καταφρονέσης. 

Αμόλυντο καὶ καθαρὸ βγαίν' απ' τὰ φυλλοκάρδια. 
δέξου τό, Πλάστη, δέξου τὸ - άλλο νερὸ δὲν έχω. 
Ήτανε ήλιος κ' έλαμψε τὸ ιερὸ τὸ σκεύος. 
Τὸ αίμα εζεστάθηκε, άχνισε, ζωντανεύει. 

Αναγαλλιάζει ο Σαμουὴλ ποὺ είδε τὴ Θεία Χάρη 
καὶ τρέμοντας αγκάλιασε τὸ θεϊκὸ ποτήρι 
καὶ τόσφιξε στὰ χείλη του κι άκουσε ποὺ χτυπούσε 
σὰν νάτανε λαχταριστὴ καρδιά, ζωὴ γιομάτη. 
ανοίγ' η Πύλη του Ἱερού, σκύφτουν τὰ παλληκάρια. 
τ' ανδρειωμένα μέτωπα τὸ μάρμαρο χτυπάνε, 
καὶ καρτερούν ακίνητα του γέροντα τὰ λόγια. 
επρόβαλ' ο καλόγερος. Τὸ πρόσωπό του φέγγει 
σὰ χιονισμένη κορυφὴ στου φεγγαριού τὴ λάμψη. 

Στὰ λαβωμένα χέρια του βαστούσ' ένα βαρέλι 
πόκλειε μέσα θάνατο, φωτιὰ κι απελπισία. 
Εκείνο μόνο τόμεινε..- εκείνο μόνο φθάνει! 

Εμπρὸς στὴν Πύλη του ιερού μονάχος του τὸ στένει 
καὶ τρεις φορὲς τὸ βλόγησε καὶ τρεις φορὲς τὸ φχέται. 
Σὰν νάταν Αγια Τράπεζα, σὰν νάταν Αρτοφόρι 
επίθωσ' ο καλόγηρος επάνω τὸ ποτήρι, 
καὶ σιωπηλὸς κι ατάραχος άναψε θειαφοκέρι... 

Τὰ γόνατά του εχτύπησαν ορμητικὰ τὴν πλάκα, 
εσήκωσε τὰ χέρια του, τὸ πρόσωπό του ανάφτει - 
κ' οι πέντε τὸν εκοίταζαν βουβοὶ μέσα στὰ μάτια...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου